Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

ΟΝΕΙΡΟ



Οι ρότες των φιλιών σου


Μες τ' όνειρο μου άγγιξα
κρυφά το λογισμό σου
μα ως την αυγούλα στάλαξα
σαν δάκρυ στο λυγμό σου

Χάθηκα μες τις ρεματιές
στις νύχτες των ματιών σου
έσταζαν μέλι και φωτιές
οι άκρες των χειλιών σου

Και ανθίσαμε ως το γιόμα
  ανθάκια μες το χώμα

Κι έγιναν μια οι δυο καρδιές
και φέξαν τα σκοτάδια
γίναν κομμάτια οι κλειδωνιές
με τα δικά σου χάδια

Με όργωναν σταλαγματιές
σταλιά-σταλιά οι στάλες
στο σώμα μου άναβαν φωτιές
του έρωτα οι ψιχάλες.

Και ανθίσαμε ως το γιόμα
 ανθάκια μες το χώμα

 












Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Πως περάσανε τα χρόνια



Πως περάσανε τα χρόνια




Αλήθεια.... πως κύλισαν τα χρόνια
ανθάκια λες που άνεμο σκορπίσαν
παλιές αγάπες σαν τα χελιδόνια
αλίμονο..φτερούγισαν μ' αφήσαν

Τι κρίμα που ανώφελα στα χρόνια
ανέμελα σκορπίσανε οι ώρες
ντυμένες με πολύχρωμα λαμπιόνια
με σέρναν  τον τρελό στις κατηφόρες

Για δες με οι μήνες και τα χρόνια
στο κορμί μου αυλάκωσαν σημάδια
ο ανόητος που νόμιζα.. "αιώνια"
του έρωτα θα νέμομαι τα χάδια

Τι κρίμα που ανώφελα στα χρόνια
ανέμελα σπατάλησα τις ώρες
ντυμένες με πολύχρωμα λαμπιόνια
με τρέχαν τον τρελό στις κατηφόρες




ΑΚΟΥ!!
                                 

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Γράμμα σε μια Εταίρα

Γράμμα σε μια Εταίρα



Σε ερωτεύτηκα αμέσως μόλις σε είδα. Ένα παλικαράκι που δεν είχε κλείσει τα εικοσιπέντε ήμουνα τότε. Εσύ μεγάλη, σαγηνευτική, γεμάτη υποσχέσεις. Νόμισα πως μ’ αγάπησες και συ – ιδέα μου. Μπορεί, κιόλας. Με τα θηλυκά δε βγάζεις άκρη.


Μικρός και άβγαλτος, έπεσα με τα μούτρα. Και συ με έμαθες να καπνίζω, να πίνω, να ξενυχτάω, να παίζω, να μην κομπλάρω με την ηδονή, να μη φοβάμαι τις κόντρες, να ψάχνω. Κράτησα κι εγώ από τις συνήθειες μου δύο μονάχα: να σε μελετώ και να ελπίζω.


Τα πρώτα χρόνια περάσαμε καλά οι δυο μας. Για την ακρίβεια, τέλεια! Όχι ένα και δύο – δώδεκα! Δώδεκα ολόκληρα χρόνια χρυσάφι…

Αγάπησα πολύ, πολλά: γυναίκες, βιβλία, ποιήματα, κόμιξ, ταινίες, αμάξια, γήπεδα, οδοιπορίες, γλέντια, αθλητικά απογεύματα σε γηπεδάκια, συζητήσεις, συναπαντήματα. Ακόμα και την Επανάσταση των προλετάρiων – κι ας έμενα κατά βάθος ένας παραδοσιακός άνθρωπος της υπαίθρου. Και συ δεν έφερνες καμιά αντίρρηση, μου τα έδινες όλα, μου τα επέτρεπες όλα. Και μένα μου άρεσε να σε βλέπω από ψηλά, ξαπλωμένη νωχελικά – και ύστερα να χάνομαι μέσα σου στους ισολογισμούς και τα διαγράμματα και να εξερευνώ τις πιο απόκρυφες γωνιές σου και να παραμυθιάζομαι ότι καλύτερη από σένα δεν υπάρχει, ότι είσαι η πρώτη και η μοναδική.


Δε χωρίσαμε ποτέ. Εφτά μήνες ήταν όλοι κι όλοι που έμεινα μακριά σου, τότε που σε πέταξαν εκτός ταμπλό!

Και μετά έγινες στρίγγλα. Χάλασε η όψη σου, η φωνή σου, η αύρα σου. Λες και δεν έφτανε αυτό, άρχισα να υποψιάζομαι πως στη σχέση μας δεν είμαστε μόνοι: υπήρχαν και κανόνιζαν τα πάντα οι νταβατζήδες σου. Αόρατοι για χρόνια, άρχισαν σιγά σιγά να τους ξεχωρίζουν τα αφελή μου μάτια.

Λες να τα φαντάστηκα; Μα κάθε φορά που ήθελα να σε πάρω, μου ζητούσαν να πληρώσω. Με αντίτιμα που τα σιχαινόμουν. Οι πόρτες σου έμεναν κλειστές – έμπαιναν κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν πρόβλημα με τη συναλλαγή. Κι εγώ σε συναντούσα κρυφά, απόμερα, όλο και πιο αραιά. Και τότε ακόμα δε με αγκάλιαζες, δεν με άκουγες, δε με παρηγορούσες, Κι έτσι άρχισε να δημιουργείται η γνωστή ψυχρότητα ανάμεσά μας.


Δε μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς την περίοδο που ο απόλυτος έρωτάς μου για σένα μετατράπηκε σε αηδία. Αλλά δε μπορούσα πια να βλέπω τους νταβατζήδες να μπαίνουν ανάμεσά μας και συ να μου γυρίζεις την πλάτη. Αν δε σε είχα ερωτευτεί τόσο, μπορεί να μη σε περιφρονούσα. Θα μου ήσουν, απλά, αδιάφορη. Μια τρύπα που μπαίνεις, γιατί κάπου πρέπει να μπεις, χωρίς συναισθηματικές εμπλοκές.


Ξέρεις πολύ καλά ότι αόρατα αλλά πανίσχυρα νήματα με κρατάνε δεμένο κοντά σου. Ξέρεις ότι προσπάθησα πολύ να τα κόψω, μάτωσα κιόλας, αλλά ήταν αδύνατο. Έχουν περάσει δώδεκα χρόνια, αυτή η σχέση έγινε εφιάλτης, αλλά έγινε πια υποχρεωτική. Θέλω δε θέλω, υποχρεωτική.


Σε βλέπω τώρα και ανατριχιάζω. Μια σταφιδιασμένη, κακιασμένη κωλόγρια, μια ξεφτιλισμένη πουτάνα είσαι. Κι ας φανερώνεσαι καμιά φορά φρεσκολουσμένη και χαμογελαστή κι ας καταφέρνεις τότε να κάνεις τα σπλάχνα μου να αχνίζουν και πάλι από πόθο για σένα. Δε περνά πολλή ώρα και με κατακλύζει η νοσταλγία της φυγής μακριά σου. Γιατί γελάς ξεδιάντροπα, γιατί πουλιέσαι φτηνά στον κάθε καραγκιόζη, γιατί του κάνεις πρόθυμα όλα τα γούστα – και μετά έρχεσαι ξανά σε μένα, να εξαγνιστείς. Και να με παραμυθιάσεις.


Σε μαθαίνουν σιγά σιγά και νεοφερμένοι . Και σε αγαπάνε, γιατί είναι αθώοι και δε μπορούν να ξέρουν τι λέρα και τι χάσιμο είσαι. Και συ τους δολώνεις – όπως έκανες και με μένα. Γιατί το έχεις αυτό το χάρισμα, να φτιάχνεις τους μύθους σου και να τους πουλάς, ακριβώς όπως πουλάνε οι απατεώνες τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Έχω χρόνια να σου μιλήσω. Ούτε σήμερα θα σου μιλούσα, κι ας είναι τέτοια μέρα. Το πρωί καθώς οδηγούσα για τη δουλειά σε σκεφτόμουν – και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι οπουδήποτε αλλού, οπουδήποτε μακριά σου, θα είμαι ξένος. Και σκέφτηκα ότι δώδεκα χρόνια έχουν πια τη σφραγίδα και το βάρος του οριστικού. Και είπα, ξεφτιλισμένη κωλόγρια, να σου γράψω δυο λόγια στο μπλογκ – για να συναντηθούμε ξανά.

 

Τι το ήθελα; Με το που το συλλογίστηκα, λες κι άλλαξες όψη – έγινες πάλι η όμορφη μάγισσα της νιότης μου. Αφήνομαι κι εγώ, κι ας ξέρω πως θα με απογοητεύσεις και πάλι – και πολύ γρήγορα μάλιστα.



Απόψε όμως, θα σε πάρω λες κι είσαι άλλη, δηλαδή αυτή που φαντάστηκα πως ήσουν, κάποτε. Φαντάσου και συ πως είμαι εκείνος που ήμουν, πριν. Ας κάτσουμε στο μισοσκόταδο της Σοφοκλέους να μη φαίνονται τα καζάντια μας κι ας πιούμε μαζί, ας χαλαρώσουμε ονειροπολώντας για ένα μέλλον λιγότερο πικρό από το παρόν…






Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Της θλίψης οι ψιχάλες



Της θλίψης οι ψιχάλες


Αν σ' αγκαλιάσουν στη σιωπή
της θλίψης οι ψιχάλες
για να σε νιώσουν η αστραπή
και της βροχής οι στάλες


Αν σε κεντά η μοναξιά
ένα σου στάξε δάκρυ
μια σταγόνα μια σταξιά
στου δειλινού την άκρη


Να πάρει κόκκινο η νυχτιά
μαύρο το καρδιοχτύπι
να χάνονται στη σκοτεινιά
των στεναγμών σου οι χτύποι

Για να σε νιώσουν η αστραπή
και της βροχής οι στάλες
αν σ' αγκαλιάσουν στη σιωπή
της θλίψης οι ψιχάλες

Στων στεναγμών τα κύματα
να πνίγεις τη θωριά της
και με όλα της τα κρίματα
να σβήνεις τα φιλιά της

Στις στάχτες στα καμένα
να ζώνεις τα όνειρα σου
με τ' αστραποκαμένα
φτερά του ερωτά σου


Κι έτσι να δεις που στη σιωπή

στην ερημιά σαν αστραπή 
θα έρθει αγάπη άλλη... 
λυτρωτική.......... Μεγάλη!!......... 



ΑΚΟΥ!!!
Τους στίχους τους έγραψα εμπνεόμενος από τη συγκεκριμένη μελωδία!!!! 

Δημοσίευση στο stixoi.info: 18-06-2016

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Απλώνω δίχτυα να σε πιάσω

Απλώνω δίχτυα να σε πιάσω


Απλώνω δίχτυα να σε πιάσω
χίλια φιλιά να σε χορτάσω
μελωμένα
που μέλωσα μες τα σκοτάδια
τα χείλη σου μην είναι άδεια
διψασμένα

Σαν ανεμώνες θα 'μαστε μαζί και χώρια
σ' ενός γκρεμού τα όρια
δοσμένες
Τι κι αν παλιώνουν οι καιροί
κι αν φθίνουν σαν παλιό σκαρί
οι μνήμες αφημένες

Καλή μου απλώνω να τη φτάσεις
μι' αγκαλιά για να κουρνιάσεις
ανθισμένη
Που άνθησε μες τα σκοτάδια
μην είναι η καρδιά σου άδεια
και θλιμμένη...                                                                                                                        







Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

οι Ανόητοι

Οι Ανόητοι.


Οι Ανόητοι.

Οι Ανόητοι.


Έγειρες στον ώμο μου
και μου πες
για δες πεθαίνουμε
σαν τα πουλιά στο χώμα


Τι αποκαρδίωση
αντί να καρδιωθούμε
που πεθαίνουμε κι εμείς
σαν τα πουλιά

Λυπούμαστε οι Ανόητοι.




♪♫•*¨*•.¸¸❤  AKOY ❤ ♪ ♪♫•*¨*•.¸¸